τροπή

τροπή
η
1) поворот (в сторону и т. п.); 2) оборот;

τα πράγματα έλαβαν άλλη τροπή — дела приняли другой оборот;

3) превращение, обращение;

τροπή ακεραίου σε κλάσμα — превращение целого числа в дробь;

τροπή του «ο» σε «ω» — превращение «о» в «ω»;

4) астр. солнцестояние

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "τροπή" в других словарях:

  • τροπή — turn fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροπή — η 1. μεταβολή κατεύθυνσης: Τροπή προς νότο. 2. μτφ., αλλαγή, τροποποίηση, μετατροπή: Τροπή του κλάσματος σε ακέραιο. 3. ανταλλαγή: Τροπή χρημάτων. 4. μεταβολή ενός φθόγγου σε έναν άλλο: Τροπή του η σε ω. 5. καθένα από τα σημεία της εκλειπτικής… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τροπή — η, ΝΜΑ 1. αλλαγή κατεύθυνσης, γύρισμα, καμπή 2. μεταβολή, μετατροπή, τροποποίηση 3. ηλιοστάσιο 4. μεταστροφή, αλλαγή νεοελλ. 1. γραμμ. μεταβολή ενός φθόγγου σε άλλον («τροπή τού α σε η») 2. μαθημ. μετατροπή μιας μετρικής μονάδας σε άλλην («τροπή… …   Dictionary of Greek

  • τροπῇ — τροπάομαι pres subj mp 2nd sg (doric) τροπάομαι pres ind mp 2nd sg (doric) τροπάομαι pres subj mp 2nd sg (epic ionic) τροπάομαι pres ind mp 2nd sg (epic ionic) τροπέω turn pres subj mp 2nd sg τροπέω turn pres ind mp 2nd sg τροπέω turn pres subj… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τρόπῃ — τρόπηι , τρόπις ship s keel fem dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροπῆι — τροπῇ , τροπάομαι pres subj mp 2nd sg (doric) τροπῇ , τροπάομαι pres ind mp 2nd sg (doric) τροπῇ , τροπάομαι pres subj mp 2nd sg (epic ionic) τροπῇ , τροπάομαι pres ind mp 2nd sg (epic ionic) τροπῇ , τροπέω turn pres subj mp 2nd sg τροπῇ , τροπέω …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροπαῖς — τροπή turn fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροπαῖσι — τροπή turn fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροπαί — τροπή turn fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροπᾶς — τροπή turn fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροπήν — τροπή turn fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»